συνεννοούμαι

συνεννοούμαι
(ε)
1) приходить к согласию, взаимопониманию; договариваться;

δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε — мы не можем понять друг друга;

2) обмениваться мнениями;
3) сговариваться (обычно тайно);

είναι συνεννοημένοι — они в сговоре


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "συνεννοούμαι" в других словарях:

  • συνεννοούμαι — συνεννοούμαι, συνεννοήθηκα, συνεννοημένος βλ. πίν. 74 Σημειώσεις: συνεννοούμαι : στον απλό προφορικό λόγο απαντάται και ο τύπος συνεννογιέμαι, με κλίση κατά το αγαπιέμαι (βλ. πίν. 59 ) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συνεννοούμαι — έομαι, Μ [εὐνοῶ] δείχνω εύνοια σε κάποιον. Ν βλ. συνεννοώ …   Dictionary of Greek

  • συνεννοούμαι — συνεννοήθηκα, συνεννοημένος 1. κατανοώ κάποιον που και αυτός με καταλαβαίνει: Συνεννοείται περίφημα με τους συνεργάτες του. 2. συμφωνώ: Συνεννοήθηκαν από πριν να μη μιλήσουν στη συνεδρίαση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γνεφολογώ — ( άω) συνεννοούμαι με γνέψιμο …   Dictionary of Greek

  • καθυφίημι — (Α) (επιτατ. τού υφίημι) 1. παραμελώ με δόλιο τρόπο, προδίδω («καιρὸν ἐάν τις ἑκὼν καθυφῆ τοῑς ἐναντίοις καὶ προδῶ», Δημοσθ.) 2. (για συνηγόρους ή κατηγόρους) συνεννοούμαι κρυφά για να κερδίσει ο αντίδικος, καταπροδίδω τη δίκη, διεξάγω δίκη με… …   Dictionary of Greek

  • μυστηρολογώ — μυστηρολογῶ, έω (Μ) κρυφομιλώ, συνεννοούμαι μυστικά. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντί *μυστηριολογώ < μυστήρ ιον + λογῶ*, εκτός και αν το α συνθετικό τής λ. προέρχεται από αμάρτυρο τ. *μυστήρ (πρβλ. μυστηρίς, μυστηρικός)] …   Dictionary of Greek

  • σμίγω — ΝΜΑ, και σμίχω ΝΜ, και μίγω ΜΑ αναμιγνύω, ανακατεύω νεοελλ. 1. συναντώ κάποιον («τις προάλλες έσμιξα τον Κώστα») 2. συναντιέμαι με κάποιον («έχουμε να σμίξουμε πέντε μήνες») 3. ενώνομαι με άλλους, προχωρώ ή ενεργώ με άλλους («μην πορπατούσι… …   Dictionary of Greek

  • συγχωρώ — συγχωρῶ, έω, ΝΜΑ, και συχωρώ και σ(υ)(γ)χωρνώ και σχωρώ, άω, Ν [χωρῶ] 1. απαλλάσσω κάποιον από σφάλμα του, παρέχω συγγνώμη, δίνω άφεση αμαρτιών (α. «σού τό συγχωρώ για τελευταία φορά» β. «συγχωρεῑν ἁμαρτήματα», Αποφθεγμ. Πατέρ.) 2. επιτρέπω (α.… …   Dictionary of Greek

  • συν- — και με τις μορφές συ , συγ , συμ , συλ και συρ , ΝΜΑ α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στην πρόθεση σύν*. Η πρόθεση σύν εν συνθέσει, πριν από τα χειλικά σύμφωνα β, μ, π, φ, ψ, τρέπει το ν σε μ (πρβλ. συμ βάλλω …   Dictionary of Greek

  • συνδυάζω — ΝΜΑ ενώνω ανά δύο, βάζω δύο πράγματα κατά ζεύγη (α. «συνδυάζει το τερπνόν μετά τού ωφελίμου», παροιμ. φρ. β. «οἳ συνδυάζουσι πρὸς τὴν ἱππικὴν δύναμιν καὶ τὴν ὁπλιτικήν», Αριστοτ.) νεοελλ. 1. διευθετώ κατάλληλα ή κάνω κάτι αρμονικό με κάτι άλλο,… …   Dictionary of Greek

  • συνδύομαι — Α 1. μτφ. βυθίζομαι μαζί ή ταυτόχρονα με κάποιον («ψυχὴ... ταπεινουμένη... συνδυουμένη» ψυχή ταπεινωμένη... βαθύτατα θλιμμένη, Μάρκ. Αυρ.) 2. συνεννοούμαι με κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + δύω, ομαι «βυθίζομαι»] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»